18.4.16

Neville Brody

[EN]

The Institute for the Study of Typography and Visual Communication in collaboration with the Thessaloniki State Museum of Contemporary Art and the Graphic Communication Program of the Department of Design and Multimedia of the University of Nicosia organise the 6th International
 Conference on Typography and Visual Communication (ICTVC) in Thessaloniki, 5-9 July 2016, with the theme "Discussing priorities | Developing a field"(www.ictvc.org/2016/el/). As part of the events and activities of the Conference we can distinguish between the lectures the closing speech by one of the leading professionals of our times, Neville Brody.

Neville Brody is the Dean of the School of Communication of the Royal College of Art and one of the most famous graphic designers of his generation. Leading contemporary typographer and art director, Neville Brody, also excels in corporate strategic design. He is the founder of creative Bureau "Brody Associates" and cemented his reputation as an art director of the magazine "Face" in the 1980s, while at the same time he has worked with record companies, magazines and with a variety of international clients including Apple, BBC, The Times, Channel 4 and the National soccer team of England. His work had and still has enormous influence on the advertising industry and on visual communication and has been the subject of many exhibitions and publications.

Born in Southgate, London, Neville Brody was from a very young age fond of fine arts and painting. He has stated that he does not remember any period in his life in which he planed to do anything else than art or painting. He attended the Minchenden Grammar school, with art being the main subject of study, mainly from the perspective of the fine arts and in 1975 he continued his studies at the famous, during the 1960 's, Hornsey College of Art, now part of Middlesex University.

The characteristic typographical style of Brody, with influences from Pop Art and Dadaism and the use of sans-serif fonts, which he designed himself, caught the attention of music industry and record companies, such as Fetish Records and Stiff Records, as soon as he graduated from college. The CD covers he originally designed are typical examples of the Grunge and Punk scenes with the most prominent the "Micro-phonies" album of Cabaret Voltaire from 1984.

The work that really launched the reputation of Neville Brody was the one that concerned magazine "The Face". His ground-breaking approach as Creative Director of the magazine changed the typical and basic rules that characterized British culture until then, giving a more lively, vivacious and artistic aesthetic. The design was intended to trigger some form of emotional bonding of the reader with each page of the magazine, to the extent that they would maintain their attention for a lot more time exploring and decoding the optical stimuli. Other international collaborations with magazines and newspapers include the City Limits, Lei, Per Lui, Actuel, Arena and a radical new design for two leading British newspapers "The Guardian" and "The Observer".

Neville Brody continues until today to push the boundaries of visual communication in all media, often through his experimental and cutting-edge approach and continues to expand and enrich the "languages" of visual communication that we use. Still working as a graphic designer, he runs his own creative agency in London since 1994, as well as branches in Paris, Berlin and Barcelona. His company is best known for its ability to create new visual approaches to a variety of applications ranging from films, innovative packaging, web page design and corporate identity creation for large international companies.




[ΕΛ]

Tο Ινστιτούτο Μελέτης και Έρευνας της Τυπογραφίας και Οπτικής Επικοινωνίας σε συνεργασία με το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και το Πρόγραμμα Γραφικής Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας οργανώνουν το 6ο Παγκόσμιο Συνέδριο Τυπογραφίας και Οπτικής Επικοινωνίας (ICTVC) στη Θεσσαλονίκη, 5-9 Ιουλίου 2016, με θέμα "Συζητάμε προτεραιότητες | Αναπτύσσουμε τον κλάδο" (www.ictvc.org/2016/el/). Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων και των δραστηριοτήτων του συνεδρίου μπορούμε μεταξύ των διαλέξεων από κορυφαίους επαγγελματίες του χώρου να ξεχωρίσουμε την καταληκτική ομιλία του Neville Brody.

O Neville Brody είναι Κοσμήτορας του School of Communication του Royal College of Art και ένας από τους πιο φημισμένους γραφίστες της γενιάς του. Από τους κορυφαίους σύγχρονους τυπογράφους και art director, ο Neville Brody, παράλληλα διαπρέπει και στον εταιρικό στρατηγικό σχεδιασμό. Είναι ο ιδρυτής του δημιουργικού γραφείου “Brody Associates” και εδραίωσε τη φήμη του ως καλλιτεχνικός διευθυντής του περιοδικού “Face” κατά τη δεκαετία του 1980, ενώ έχει συνεργαστεί με δισκογραφικές εταιρείες, περιοδικά και με μια σειρά από διεθνείς πελάτες συμπεριλαμβανομένης της Apple, το BBC, The Times, το Channel 4 και την Εθνική ποδοσφαιρική ομάδα της Αγγλίας. Το έργο του είχε και έχει τεράστια επιρροή στη βιομηχανία της διαφήμισης και της οπτικής επικοινωνίας, ενώ έχει αποτελέσει αντικείμενο πολλών εκθέσεων και εκδόσεων.


Γεννημένος στο Southgate του Λονδίνου, ο Neville Brody ήταν από πολύ μικρή ηλικία λάτρης των καλών τεχνών και της ζωγραφικής. Ο ίδιος έχει σχολιάσσει ότι δεν θυμάται κάποια περίοδο στη ζωή του κατά την οποία να σχεδίαζε να κάνει οτιδήποτε άλλο εκτός από τέχνη ή ζωγραφική. Παρακολούθησε το σχολείο Minchenden Grammar School με κύριο θέμα σπουδών την Τέχνη, κυρίως από τη σκοπιά των καλών τεχνών και το 1975 συνέχισε τις σπουδές του στο φημισμένο, κατά τη δεκαετία το 1960, Hornsey College of Art, το οποίο αποτελεί σήμερα τμήμα του Πανεπιστημίου του Middlesex.

Το χαρακτηριστικό τυπογραφικό στυλ του Brody, με επιρροές από την Pop Art και τον Ντανταϊσμό και τη χρήση των sans-serif γραμματοσειρών που ο ίδιο είχε σχεδιάσει, τράβηξε την προσοχή της μουσικής βιομηχανίας και των δισκογραφικών εταιριών, όπως η Fetish Records και η Stiff Records, αμέσως μόλις αποφοίτησε από το κολλέγιο. Τα εξώφυλλα των CD που αρχικά σχεδίασε αποτελούν τυπικά δείγματα της Grunge και Punk σκηνής με χαρακτηριστικότερο το άλμπουμ “Micro-phonies” των Cabaret Voltaire από το 1984.

Η δουλειά όμως που πραγματικά απογείωσε το όνομα του Neville Brody ήταν αυτή που αφορούσε το περιοδικό "The Face". Η ρηξικέλευθη προσέγγισή του ως καλλιτεχνικός διευθυντής του περιοδικού άλλαξε το τυπικό και τους βασικούς μέχρι τότε κανόνες που χαρακτήριζαν τη Βρετανική κουλτούρα, προσδίδοντας μια περισσότερο ζωντανή, ζωηρή και καλλιτεχνική και αισθητική. Ο σχεδιασμός αποσκοπούσε στην πρόκληση κάποιας μορφής συναισθηματικού δεσίματος του αναγνώστη με την εκάστοτε σελίδα του περιοδικού, στο βαθμό που αυτοί θα διατηρούσαν την προσοχή τους για πολύ περισσότερο χρόνο εξερευνώντας και αποκωδικοποιώντας τα οπτικά ερεθίσματα. Άλλες διεθνείς συνεργασίες με περιοδικά και εφημερίδες περιλαμβάνουν τα City Limits, Lei, Per Lui, Actuel, Arena καθώς και τη ριζοσπαστική νέα σχεδίαση για δύο κορυφαίες βρετανικές εφημερίδες “The Guardian” και “The Observer”.

Ο Neville Brody συνεχίζει μέχρι και σήμερα να ωθεί τα όρια της οπτικής επικοινωνίας σε όλα τα μέσα, μέσω της πειραματικής, πολλές φορές, αλλά και πρωτοπόρας προσέγγισης του έργου του και συνεχίζει να επεκτείνει και να εμπλουτίζει τις “γλώσσες” της οπτικής επικοινωνίας που χρησιμοποιούμε. Εξακολουθεί να εργάζεται ως γραφίστας, διατηρώντας το δικό του δημιουργικό γραφείο στο Λονδίνο από το 1994, αλλά και παραρτήματα στο Παρίσι, το Βερολίνο και τη Βαρκελώνη. Η εταιρεία του είναι περισσότερο γνωστή για την ικανότητά της να δημιουργεί νέες οπτικές προσεγγίσεις για μια ποικιλία εφαρμογών που κυμαίνονται από της κινηματογραφικές ταινίες, τις καινοτόμες συσκευασίες, το σχεδιασμό ιστοσελίδων και τη δημιουργία εταιρικής ταυτότητας για μεγάλες διεθνείς εταιρείες.

Graphic Designer | aggeliki.mk@gmail.com
"Πολίτης της Κυριακής" | "Παράθυρο" 17.04.16
#Γραφιστορίες #061
 
 


5.4.16

Serif vs Sans-Serif

[EN]

Adrian Frutiger was a Swiss font designer that influenced the design of fonts for more than half a century. He passed away in September 2015. During his long career, which already had began in the 1950s, he worked initially for letterpress printing and phototypesetting machines, while later he easily passed in the era of digital typesetting. Some of the most famous and recognisable font families he created are Univers, Frutiger and Avenir. These three families constitute a milestone for the sans-serif type of fonts, which extend to all the three main categories of these font types, Neogrotesque,Humanist and Geometric. Frutiger characterised his involvement with sans-serif as "the main work of his life ", perhaps partially due to the difficulty in design compared to the serif fonts.

The most distinctive difference between the two kinds of fonts, serif and sans-serif, is that the former have serifs, while the later do not. This difference is responsible for another of the many controversies among the designers of visual communication, especially during the early years of their career. The Mac vs PC might seem like the mother of all debates, or even the Illustrator vs Corel, which is raging for more than a decade, but the serif vs sans-serif argument is present almost from the beginning of typography, while the scientific studies that have dealt with this are numerous. Like in many other such cases, besides truths, this is also surrounded by many myths.

The Serifs family include some of the oldest fonts of modern typography, used in every possible way, from books, newspapers and magazines to billboards and websites. Often characterised as classic, formal and elegant, they create a sense of stability and continuity. Some of the best-known serif fonts are Times New Roman, Georgia, Rockwell and Baskerville. In contrast, sans-serif fonts are considered more modern, direct, friendly and accurate, encompassing a wide variety of shapes and sizes. Some of the most popular sans-serif fonts are Helvetica, Arial, Univers, Futura and Avenir.

Perhaps the most prominent myths concerning the comparison between these two font types are those associated with the recognisability of the letters in combination with the easiness of reading texts. According to some scholars, serifs are more recognisable and distinctive, as a result of the augmented detail built-in in their design. On the other hand of course, according to some other studies, it is preferable to use sans-serifs in texts for young children starting to learn how to read or even for elderly people with vision problems, due to the simplicity of the fonts that make them more easily identifiable. There are those who believe that sans-serifs are better suited for applications involving digital electronic media, such as screens and mobile phones, while serifs are for paper prints, due to the higher resolution of printing machines that can reproduce a text with more detail. Certainly this argument cannot stand, especially today, since the resolution of digital imaging devices goes far beyond the resolution that the human eye can resolve.

The recognisability does not solely depend on the font type, but it is largely determined by its proper use. Another typical example of the confusion that several times prevails in connection with the use of serifs is that their use allows to increase the separation between the letters and therefore to facilitate readability. Of course this can only be heard as a joke in the ears of a designer with minimal knowledge of kerning. The consistency of the text is another topic that can not solely rely on the use of some font type, but mainly on the proper application of kerning between letters and the proper management of empty space. Finally, despite the various myths surrounding the use of one or the other font type, there is a secret shared between professionals of typography. The best font is not determined by the type, but it is the one that, by its use, conveys an understandable message to the reader.







[ΕΛ]

Ο Adrian Frutiger ήταν o Ελβετός σχεδιαστής γραμματοσειρών που επηρέασε τον σχεδιασμό των γραμμάτων για πάνω από μισό αιώνα. Απεβίωσε τον Σεπτέμβριο του 2015. Κατά την πολύχρονη καριέρα του, που ξεκίνησε ήδη από τη δεκαετία του 1950, εργάστηκε αρχικά για τυπογραφικές μηχανές letterpress και φωτοστοιχειοθεσίας, ενώ μετέπειτα πέρασε με ευκολία και στην εποχή της ψηφιακής στοιχειοθεσίας. Μερικές από τις πιο διάσημες και αναγνωρίσιμες οικογένειες γραμματοσειρών του είναι οι Univers, Frutiger και Avenir. Οι τρεις αυτές οικογένειες αποτελούν ορόσημο για τις γραμματοσειρές sans-serif, ενώ εκτείνονται και στα τρία κύρια είδη αυτού του τύπου γραμματοσειρών, τη Νεογκροτέσκο, την Ουμανιστική και τη Γεωμετρική. Ο Frutiger χαρακτήριζε την ενασχόλησή του με τη δημιουργία γραμματοσειρών sans-serif ως το «κύριο έργο της ζωής του», ίσως και εν μέρει λόγω της δυσκολίας στον σχεδιασμό τους σε σύγκριση με τις γραμματοσειρές serif.

Η χαρακτηριστικότερη διαφορά ανάμεσα στα δυο είδη γραμματοσειρών, serif και sans-serif, είναι ότι οι πρώτες διαθέτουν πατούρες [serif], ενώ οι άλλες όχι. Η διαφορά αυτή είναι υπεύθυνη για μία ακόμα από τις πολλές αντιπαραθέσεις μεταξύ των σχεδιαστών οπτικής επικοινωνίας, ειδικά κατά τα πρώιμα χρόνια της σταδιοδρομίας τους. Μπορεί το Mac vs Pc να φαντάζει σαν τη μητέρα όλων των αντιπαραθέσεων, ή ακόμα το Illustrator vs Corel να μαίνεται για πάνω από μία δεκαετία, όμως το serif vs sans-serif βρίσκεται στην επικαιρότητα σχεδόν από την απαρχή της τυπογραφίας, ενώ δεν είναι και λίγες οι επιστημονικές μελέτες που έχουν ασχοληθεί με αυτό. Όπως πολλές άλλες τέτοιου είδους περιπτώσεις, έτσι και αυτή περιβάλλεται από αρκετούς μύθους, εκτός από αλήθειες.


Η κατηγορία των serif περιλαμβάνει μερικές από τις παλαιότερες γραμματοσειρές της σύγχρονης τυπογραφίας, ενώ χρησιμοποιούνται σε κάθε δυνατό μέσο, από βιβλία, εφημερίδες και περιοδικά μέχρι διαφημιστικές πινακίδες και διαδικτυακούς τόπους. Συχνά χαρακτηρίζονται ως κλασικές, τυπικές και κομψές, δημιουργώντας μιαν αίσθηση σταθερότητας και συνέχειας. Μερικές από τις πιο γνωστές γραμματοσειρές serif είναι οι Times New Roman, Rockwell, Georgia και Baskerville. Σε αντίθεση, οι sans-serif γραμματοσειρές θεωρούνται περισσότερο μοντέρνες, άμεσες, φιλικές και ακριβείς, περιλαμβάνοντας μια μεγάλη ποικιλία μορφών και μεγεθών. Μερικές από τις πιο γνωστές sans-serif γραμματοσειρές είναι οι Helvetica, Arial, Futura, Avenir και Univers.
Οι χαρακτηριστικότεροι ίσως από τους μύθους που αφορούν τη σύγκριση των δυο τύπων γραμματοσειρών είναι αυτοί που σχετίζονται με την αναγνωρισιμότητα των γραμμάτων σε συνδυασμό με την ευκολία ανάγνωσης των κειμένων. Σύμφωνα με κάποιους μελετητές, τα serif είναι ευκολότερο αναγνωρίσιμα και διακριτά, ως αποτέλεσμα της επαυξημένης λεπτομέρειας που περιέχουν στον σχεδιασμό τους. Από την άλλη βέβαια, σύμφωνα με κάποιες άλλες μελέτες, είναι προτιμότερη η χρήση των sans-serif σε κείμενα που αφορούν παιδιά μικρής ηλικίας που αρχίζουν να μαθαίνουν πώς να διαβάζουν ή και σε ηλικιωμένα άτομα με προβλήματα όρασης, ένεκα της απλότητας των γραμμάτων αυτών των γραμματοσειρών που τα κάνουν ευκολότερα αναγνωρίσιμα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι οι sans-serif είναι καταλληλότερες για εφαρμογές που αφορούν τα ψηφιακά ηλεκτρονικά μέσα, όπως είναι οι οθόνες και τα κινητά τηλέφωνα, ενώ οι serif για εκτυπώσεις σε χαρτί, λόγω της υψηλότερης ανάλυσης των εκτυπωτικών μηχανημάτων που μπορούν να αποδώσουν με μεγαλύτερη λεπτομέρεια ένα κείμενο. Κάτι τέτοιο βέβαια σίγουρα δεν μπορεί να ισχύει ειδικά σήμερα που η ανάλυση των συσκευών ψηφιακής απεικόνισης ξεπερνά κατά πολύ τη διακριτική ικανότητα του ανθρώπινου ματιού.
Η αναγνωρισιμότητα δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τον τύπο, αλλά καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό και από τη σωστή εφαρμογή του. Ένα ακόμα τυπικό παράδειγμα της σύγχυσης που αρκετές φορές επικρατεί σε σχέση με τη χρήση των serif είναι ότι η χρήση τους επιτρέπει την αύξηση της απόστασης ανάμεσα στα γράμματα για να διευκολυνθεί η αναγνωσιμότητα. Φυσικά κάτι τέτοιο μόνο ως αστείο μπορεί να ακουστεί στα αφτιά ενός σχεδιαστή με έστω και ελάχιστες γνώσεις kerning. Η συνεκτικότητα του κειμένου είναι ένα ακόμα θέμα που χωρίς τη σωστή εφαρμογή της πύκνωσης ανάμεσα στα γράμματα και τη σωστή διαχείριση του κενού χώρου δεν μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά στη χρήση κάποιου τύπου γραμματοσειράς. Τελικά παρά τους διάφορους μύθους που περιβάλλουν τη χρήση της μίας ή της άλλης μορφής γραμματοσειρών, υπάρχει ένα κοινό μυστικό μεταξύ των επαγγελματιών της τυπογραφίας. Η καλύτερη γραμματοσειρά είναι εκείνη της οποίας ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται το μήνυμα, που περνά μέσα από τη χρήση της και όχι το είδος της.


Graphic Designer | aggeliki.mk@gmail.com
"Πολίτης της Κυριακής" | "Παράθυρο" 03.04.16
#Γραφιστορίες #060

Translation | Μετάφραση: Achilleas Karras | Αχιλλέας Καρράς
Translation editing | Επιμέλεια μτφ: Miltos Karras | Μίλτος Καρράς